"Βιογραφία
ΚΑΠΕΤΑΝ ΚΩΣΤΑΣ ΓΑΡΕΦΗΣ (Μακεδονομάχος) Ι870 - 1906
Ο Σαρακατσάνος αυτός κατήγετο από το χωριό Άνω Μηλιές Μαγνησίας και σε ηλικία 35 ετών τέθηκε στις υπηρεσίας της επιτροπής του Κομιτάτου του Ελληνικού Προξενείου, που είχε έδρα τη Θεσσαλονίκη, με Πρόξενο τον αείμνηστο πατριώτη Λάμπρο Κορομηλά. Ο Πρόξενος θαύμασε τον ενθουσιασμό του ήρωα Γαρέφη και όταν εξοικονόμησε μόλις είκοσι έξι παλληκάρια, του ανέθεσε την αρχηγία και τον έστειλε για το πολυπαθές διαμέρισμα της Καρατζιόβας (σημερινή Αλμωπία), όπου του προσετέθησαν και άλλα τριάντα πέντε παλληκάρια ντόπια. Έτσι άρχισε τη δράση εναντίον των Βουλγάρων κομιτατζήδων, οι οποίοι με τους αρχηγούς των Λούκωφ και Καρατάσωφ, τυραννούσαν τον Ελληνικό πληθυσμό. Παπάδες και δάσκαλοι αναπτέρωσαν τα εθνικά φρονήματα των παλληκαριών και συνέδραμαν τον Καπετάν Γαρέφη, όλοι οι κάτοικοι, ιδία δε οι κτηνοτρόφοι Σαρακατσάνοι, στάθηκαν πολύτιμοι βοηθοί στο έργο του.
Ο Γαρέφης επί πολύ καιρό προσπαθούσε να βρει τα ίχνη των παραπάνω αναφερομένων κομιτατζήδων, μάλιστα δε τους προκαλούσε παντοιοτρόπως, μέσω των συμπαθούντων ντόπιων, αλλά δεν κατέστη εφικτό. Έτσι, όταν οι Βούλγαροι αρχηγοί, επιστράτευσαν τα καλύβια των κτηνοτρόφων στο χωριό Γραδένιστα, για να γλεντοκοπήσουν, οι τελευταίοι απέστειλαν ανθρώπους τους να ειδοποιήσουν τον Γαρέφη, όπερ και εγένετο. Ο Γαρέφης μόλις έφθασε στον τόπο εκεί που γλεντοκοπούσαν οι κομιτατζήδες, έστησε τα παλληκάρια του τριγύρω από τα καλύβια και επετέθη κεραυνοβόλως εναντίον των ορκισμένων του εχθρών και τους κατέσφαξε. Ήτο όμως μοιραία αυτή του η καταδρομή επειδή από λάθος των δικών του ανθρώπων, έπεσε ο ήρωας νεκρός, κατά την έξοδο από το καλύβι.
Άλλες πληροφορίες θέλουν τον Καπετάν Γαρέφη να εκτελεί τους εχθρούς του πε πιστόλι.
Προς τιμή του το γειτονικό χωριό μετονομάστηκε από Τσερνέσοβο σε Γαρέφιο, όλοι δε οι κάτοικοι της περιφερείας, ευγνώμονα αναφέρουν το όνομά του και τον τραγουδούν σε χαρές και πανηγύρια με τα παρακάτω άσματα.
Ο ΚΑΠΕΤΑΝ ΚΩΝ. ΓΑΡΕΦΗΣ
Βαριά στενάζουν τα βουνά κι ο ήλιος σκοτεινιάζει,
το δόλιο το Μορίχοβο και πάλι ανταριάζει.
Λαμποκοπούν χρυσά σπαθιά, πέφτουν ντουφέκια αράδα,
Κώστας Γαρέφης πολεμάει, μ’ εξήντα παλικάρια.
« Έβγα βρε Λούκωφ άτιμε, Βουλγαρο-Καρατάσωφ,
μερόνυχτα περπάτησα, εδώθε για να φτάσω.
Μέσα στον ήλιο, στη βροχή, στο κρύο και στην πάχνη,
τρέχω βρε Λούκωφ άπιστε, να μετρηθούμε αντάμα.
Δεν έχεις γέρους άρρωστους, σήμερα ‘δω να σφάξεις,
ούτε κορίτσια ντροπαλά, μήτε εκκλησιές να κάψεις,
παπάδες για να τυραννάς, αγνά αθώα βρέφη,
μον’ έχεις τώρα σου μπροστά, τον Κώστα το Γαρέφη ».
Ο ΚΑΠΕΤΑΝ ΚΩΝ. ΓΑΡΕΦΗΣ
Τι να σας πω μωρέ παιδιά, τι να σας μολογήσω,
αυτός ο Τάκης Κεχαγιάς κι αυτός ο Γιώργος Μπρέλης,
πυκνά στέλνουν τα γράμματα, μέσα στο Προξενείο.
Ο Λούκωφ στο Μορίχοβο μαζί κι ο Καρατάσωφ,
πολλά κορίτσια πρόσβαλαν, νύφες και παντρεμένες,
πρόσβαλαν και μια παπαδιά, ‘πο μεσ’ την Καρατζιόβα.
Κώστας Γαρέφ’ς σαν τ’ άκουσε, πολύ του κακοφάν’κε
και τα παιδιά του φώναξε και στα παιδιά του λέει:
« Πάρτε και ζώστε τ’ άρματα κι αρπάξτε τα ντουφέκια ».
Στο Βάλτο εξημέρωσε, στην Τσέγανη βραδιάζει
και παίρνει αράδα τα μπατζιά κι όλα τα βλαχομπάτζια
και φτάνει στο Τσερνέσοβο, στα βλάχικα καλύβια.
« Που ‘σαι βρε Λούκωφ άπιστε, Βούλγαρε Καρατάσωφ,
τόσον καιρό σας κυνηγώ για να σας ανταμώσω,
να βάψω το μαχαίρι μου, στων τύραννων το γαίμα,
που τυραννούν τ’ αδέρφια μας και σφάζουν τα παιδιά μας ».
Βιβλιογραφία: Μακεδονικός αγών, Δημητρίου Γκαβανά, Θεσσαλονίκη 1971,
Απόστολος Αποστολίδης, Αχαρνές Αττικής
|