Ποδόσφαιρο και φιλοσοφία (του ΕΛΕΜΕΡ ΧΑΝΚΙΣ)
|
MONTHLY REVIEW
Ποδόσφαιρο και φιλοσοφία |
του ΕΛΕΜΕΡ ΧΑΝΚΙΣ* |
| |
| Αρχική Δημοσίευση: Project Syndicate.org, Ιούνιος 2002 |
 |
| Μετάφραση: Νίκος Παπαπολύζος | | |
|
Γκοοοοολ! Παραδεισένια ευχαρίστηση ή κολασμένος πόνος, ανάλογα με το ποια ομάδα πέτυχε τέρμα: εμείς ή εκείνοι. Πώς μπορεί η τροχιά μιας μπάλας να προκαλεί τόσο πόνο ή ευχαρίστηση; Κάθισα για βδομάδες μπροστά στην τηλεόρασή μου, παρακολουθώντας το Παγκόσμιο Κύπελλο. Η γυναίκα μου με απειλεί με διαζύγιο και άλλα πειθαρχικά μέτρα. Ποια είναι η πηγή τούτης της έλξης, τούτης της μαγείας;
Ο κόσμος του παιχνιδιού είναι ο μόνιμός μας Κήπος της Εδέμ. Ανά πάσα στιγμή μπορούμε να μεταβούμε από τον πραγματικό κόσμο στην ελευθερία, την αθωότητα, και την ευχαρίστηση του παιχνιδιού. Ποδόσφαιρο και Κήπος της Εδέμ; Τι έχει να κάνει το ένα με το άλλο;
Και τα δύο σκιαγραφούν μια ιερή σφαίρα ελευθερίας και τάξης, αθωότητας, πνευματικότητας και δικαιοσύνης σε σχέση με τον καθημερινό μας κόσμο του χάους, των δεσμών, της αδικίας και της ενοχής. Η σκακιέρα, το γήπεδο του τένις, το ποδοσφαιρικό γήπεδο: Μέσα στα όριά τους αισθανόμαστε ελεύθεροι, γιατί εδώ εμείς είμαστε αυτοί που φτιάχνουν τους κανόνες και δεν υποκείμεθα στους σκληρούς νόμους του έξω κόσμου. Αισθανόμαστε επίσης αθώοι, γιατί ο κόσμος του παιχνιδιού είναι και ένας κόσμος αθωότητας: ένας Κήπος της Εδέμ πριν την Πτώση. Εδώ μπορούμε να είμαστε ατομιστές σαν παιδιά, μπορούμε να ικανοποιήσουμε τη δίψα μας για επιτυχία, δύναμη και κυριαρχία – και όλα αυτά χωρίς ενοχές.
Στον κόσμο του παιχνιδιού η ελευθερία δημιουργείται, παραδόξως, από τους περιορισμούς. Στο ποδόσφαιρο, ο βασικός κανόνας είναι απλός: Η μπάλα πρέπει να μετακινηθεί από το κεντρικό σημείο μέσα σε ένα από τα τέρματα. Αν η μπάλα κυλούσε από το κεντρικό σημείο κατευθείαν μέσα σε ένα τέρμα, η πορεία της θα ήταν, ή θα έμοιαζε να είναι, αυστηρά καθορισμένη, και το όλο πράγμα θα γινόταν βαρετό. Για να δημιουργηθεί η ελευθερία, οι κανόνες θέτουν εμπόδια στην πορεία της μπάλας και περιπλέκουν την κίνησή της.
Πρώτον, δύο ομάδες έντεκα παικτών τοποθετούνται στο γήπεδο με αποστολή να βάλουν την μπάλα μέσα στο τέρμα. Δεύτερον, η εντολή τους είναι να βάλουν την μπάλα στο αντίπαλο τέρμα. Με είκοσι δύο παίκτες που διαθέτουν τη δική τους θέληση και δεξιότητα, με διάφορες κινήσεις αντιπαλότητας και συνεργασίας, ο αριθμός των πιθανών συνδυασμών αυξάνεται σχεδόν στο άπειρο. Μετά από αυτό, μόνο ένας επιπρόσθετος παράγοντας χρειάζεται για τη δημιουργία ενός πραγματικού κόσμου ευτυχών εκπλήξεων, ελευθερίας και ευχαρίστησης: η μπάλα.
Οι μπάλες είναι από τις πιο σημαντικές «γεννήτριες ελευθερίας» στη ζωή μας. Μια μπάλα ενσαρκώνει την ευτυχία. Μπορεί να αναπηδήσει προς κάθε κατεύθυνση. Μοιάζει να έχει τη δική της θέληση. Είναι ένα αντικείμενο αλλά, παρ' όλα αυτά, φαίνεται να είναι ελεύθερο. Εισάγοντας τον παράγοντα της τύχης και του απρόβλεπτου στο παιχνίδι, η μπάλα μετατρέπει μια σκληρή και αληθινή ανθρώπινη μάχη σε αποθέωση της πνευματικότητας και της ελευθερίας.
Με τις γοργές της κινήσεις, η τύχη και οι άνθρωποι θα αλληλεπιδράσουν, θα χορέψουν, και θα κάνουν τούμπες μαζί. Η μπάλα αστράφτει μπρος πίσω με χαρούμενη ανευθυνότητα –μεταξύ της ανθρώπινης θέλησης και της τύχης, της ελευθερίας και του περιορισμού, της επιτυχίας και της αποτυχίας, της ελπίδας και της απώλειας της ελπίδας– για να αναπηδήσει ξανά μέσα στον κόσμο της ελπίδας την επόμενη στιγμή. Έχει το δικό της σύμπαν. Κινείται στη σφαίρα του ιερού.
Όμως αυτό το ιερό δεν υφίσταται χωρίς το κοσμικό. Το ποδοσφαιρικό γήπεδο διαχωρίζεται από τον περιβάλλοντα κόσμο και αντιπαρατίθεται σε αυτόν. Η εμπειρία και η ιερή τελετή παραμένουν ανολοκλήρωτες αν η ένταση μεταξύ του αγωνιστικού χώρου και της εξέδρας λείπει. Ο καθαρός, σμαραγδένιος αγωνιστικός χώρος και η ελευθερία του παιχνιδιού πρέπει να αντιπαρατεθούν με τον αλαλάζοντα όχλο στο σκοτάδι των κερκίδων, που καίει κόκκινους δαυλούς και ταρακουνιέται μεταξύ εκστατικής χαράς και κολασμένης δυστυχίας.
Στην καθημερινή ζωή μας, η λογική και τα πάθη αναμειγνύονται. Το ποδόσφαιρο (όπως και κάποια άλλα αθλήματα) διαχωρίζει –και φέρνει αντιμέτωπους– αυτούς τους δύο κόσμους. Όλα τα πάθη, τα συναισθήματα και τα ένστικτα σπρώχνονται προς την πλευρά των θεατών. Φρενιάζουν και αγαπούν, χοροπηδούν και εκρήγνυνται, και τελικά φτάνουν στην κάθαρση (αν η ομάδα τους νικήσει) ή κατεβαίνουν στην κόλαση (αν η ομάδα τους χάσει). Την ίδια ώρα παρακολουθούν, αντιλαμβάνονται και βιώνουν την ελευθερία της απολλώνειας ή πλατωνικής πνευματικότητας του παιχνιδιού που εξελίσσεται στον αγωνιστικό χώρο.
Ναι, οι παίκτες κινούνται σε έναν κόσμο πνευματικότητας. Δρουν σύμφωνα με ξεκάθαρους, ιερούς κανόνες. Ενώ παίζουν, υποτίθεται ότι δρουν σαν λογικά όντα που αφήνουν πίσω τους τα καθημερινά πάθη και αισθήματα, τις προσωπικές τους ελπίδες ή φόβους. Εισέρχονται στον κόσμο της πλήρους ηθικότητας και δικαιοσύνης. Ο κόσμος του παίκτη είναι κόσμος δικαιοσύνης και πλήρους ουδετερότητας, μιας πλήρους ισότητας και ευκαιρίας, που δεν επιτυγχάνεται στην καθημερινή ζωή μας. Ακόμα και τα πλεονεκτήματα που προσφέρει η κατεύθυνση του αέρα εξισορροπούνται. Οι δύο ομάδες αλλάζουν πλευρές στο ημίχρονο. Πότε και πού εμείς, οι προνομιούχοι και μη προνομιούχοι, αλλάζουμε πλευρές στον πραγματικό κόσμο;
Οι παίκτες, επίσης, δεν πρέπει να παραβιάζουν τους κανόνες. Αν το κάνουν τιμωρούνται, και αν το επαναλάβουν αποκλείονται από το παιχνίδι. Αποβάλλονται από τον κόσμο της πνευματικότητας και τους βλέπουμε να εξαφανίζονται στον ψυχρό Άδη των αποδυτηρίων.
Η πραγματική έκπτωση από τον Παράδεισο έρχεται μόνο αν η ιερότητα του παιχνιδιού βεβηλωθεί, αν η μαγεία χαθεί: Με τους παίκτες να εγκαταλείπουν τους αγγελικούς ρόλους τους και να αρχίζουν καβγά στο γήπεδο, με έναν κλέφτη διαιτητή, με τον κόσμο να συνειδητοποιεί ότι ένα παιχνίδι είναι στημένο, με τους θεατές να εισβάλλουν στον αγωνιστικό χώρο. Τέτοια γεγονότα προκαλούν ζημιά διαρκείας στον κόσμο και στην κοινότητα. Είναι πικρό ξάφνιασμα να συνειδητοποιείς την ευθραυστότητα του κόσμου της ελευθερίας, της πνευματικότητας και της αξιοπρέπειας, και να ξυπνάς ξανά (όπως θα γίνει μόλις τελειώσει το Παγκόσμιο Κύπελλο) στον λιγότερο φιλόξενο καθημερινό κόσμο μας.
* Elemer Hankiss, «Football and Philosophy», www.project-syndicate.org, Ιούνιος 2002. Μετάφραση: Νίκος Παπαπολύζος. |
Ένας εθνολόγος παίζει μπάλα
Ο Κριστιάν Μπρομπερζέ αναλύει τον σκληρό κόσμο του ποδοσφαίρου
Ένας εθνολόγος παίζει μπάλα
Γράφει ο Νίκος Τζιανίδης
ΙΧΑ ΠΑΝΤΑ ΤΗΝ ΑΠΟΡΙΑ: ΠΩΣ ΕΝΑΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΑΣ,
ΝΑΣ ΓΙΑΤΡΟΣ, ΕΝΑΣ ΕΡΕΥΝΗΤΗΣ,
ΝΑΣ ΔΙΚΑΣΤΗΣ, ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΑΛΑΣΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ... ΑΝΤΙ ΑΡΤΙΑ ΒΙΒΛΙΑ, ΠΩΣ ΚΑΤΕΒΑΙΝΕΙ ΣΤΟΝ ΣΚΛΗΡΟ ΩΡΟ ΤΟΥ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ, ΑΠΑΛΛΑΣΣΕΤΑΙ ΠΟ ΤΟ ΕΝΔΥΜΑ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΟΦΙΑΣ ΤΟΥ ΚΑΙ ΓΙΝΕΤΑΙ ΦΑΝΑΤΙΚΟΣ, ΑΚΡΑΙΟΣ ΑΠΟΙΕΣ ΦΟΡΕΣ, ΒΑΦΕΤΑΙ ΣΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ
ΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΚΑΙ ΠΑΡΑΛΗΡΕΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΑΔΑ ΤΟΥ. Ο ΚΡΙΣΤΙΑΝ ΜΠΡΟΜΠΕΡΖΕ ΡΟΣΠΑΘΕΙ ΝΑ ΔΩΣΕΙ ΤΙΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ
ο ποδόσφαιρο αυτήν τη φορά αναλύεται επιστημονικά μέσα από το «μικροσκόπιο» ενός καθηγητή Εθνολογίας στο Πανεπιστήμιο Αίξ εν Προβάνς της Γαλλίας, διευθυντή του Ινστιτούτου Μεσογειακών Σπουδών και Συγκριτικής Εθνολογίας, συγγραφέα μελετών για το ποδόσφαιρο αλλά και για πολλές μεσογειακές χώρες. Οι πολύχρονες έρευνες του Μπρομπερζέ σε Ιταλία, Γαλλία και Ιράν κατατίθενται σε ένα πόνημα 150 σελίδων με τεκμηριωμένη άποψη: «Σίγουρα το ποδόσφαιρο δεν φτιάχτηκε για να αρέσει στους εθνολόγους, αλλά προσφέρει με την πλοκή του τα διακυβεύματα που αναδεικνύουν τις συμπεριφορές και τις ερμηνείες οι οποίες τροφοδοτούν ένα ιδιαίτερα γόνιμο παρατηρητήριο για την ανθρωπολογική έρευνα». Με την πρώτη γρήγορη ανάγνωση φαίνεται περίεργο που ένας εθνολόγος αφιέρωσε πολύτιμα χρόνια της ζωής του ερευνώντας τέτοια ζητήματα, κι όμως η προσεκτική ματιά καταδεικνύει ότι: ακόμα μια επιστήμη, η Εθνολογία αυτή τη φορά, είναι ικανή να απαντήσει σε θέματα που αγγίζουν την κατανόηση του τόσο οικείου αλλά και μαζικού αθλήματος. «Τι σημαίνει αυτό το οιονεί οικουμενικό πάθος, για ένα παιχνίδι που μοιάζει από πρώτη ματιά ανάξιο λόγου;», διερωτάται ο συγγραφέας και αμέσως καταπιάνεται να καταθέσει θέσεις και αποδείξεις. ι ταξικές διαφορές, οι εθνικιστικές διαφορές, οι χρόνιες βεντέτες ανάμεσα σε ομάδες ίδιας κατηγορίας (οικονομικής, αγωνιστικής δυναμικής, τοπικής εκπροσώπησης) αναδεικνύονται στα 90΄ λεπτά μιας ποδοσφαιρικής αναμέτρησης. Τα αθλητικά παιχνίδια συμπυκνώνουν, σε εντυπωσιακό βαθμό, τις γενικές τάσεις και αντιφάσεις της εποχής και το ποδόσφαιρο λόγω της απλότητας του καθίσταται το δημοφιλέστερο, με αποτέλεσμα να τις αναδεικνύει περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο. Ένας ποδοσφαιρικός αγώνας είναι θέαμα, περισσότερο απ΄ οτιδήποτε άλλο, και ως θέαμα μαγεύει τον θεατή από οποιαδήποτε τάξη, κοινωνική ομάδα, επάγγελμα ή μόρφωση κι αν προέρχεται. Το θέαμα περικλείει όλα εκείνα τα στοιχεία που γοητεύουν τον φίλαθλοοπαδό εν προκειμένω, τον φανατίζουν, τον συγκινούν, τον θλίβουν και τον κάνουν να ξεδιπλώνει ακόμη και ακραίες πολλές φορές, πτυχές του εαυτού του. «Το ποδοσφαιρικό θέαμα μέσα από τις σύντομες διαδρομές των πρωταγωνιστών του δεν μας προσφέρει μόνο μια παραδειγματική επιτομή της εύθραυστης ιστορίας μια ζωής, με τα πάνω και τα κάτω της. Μας θυμίζει κυρίως ότι στις κοινωνίες μας ο κύβος δεν ερρίφθη ποτέ εντελώς και ότι η αξία είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της επιτυχίας. Πελέ, Μαραντόνα, Κοπά, Ζιντάν, μας γοητεύουν και αυτό έχει να κάνει με την ποιότητα των επιτευγμάτων τους αλλά και με την πεποίθηση ότι έφτασαν στην κορυφή αποκλειστικά με τις δικές τους δυνάμεις». Η έρευνα του συγγραφέα δεν προσθέτει κάτι νέο στους γνώστες του σκληρού ποδοσφαιρικού πεδίου, ούτε πλουτίζει τις γνώσεις των απλών οπαδών, που λόγω γλώσσας και θέματος θα δυσκολευτούν να τη μελετήσουν. Το αν το ποδόσφαιρο είναι όπιο του λαού ή αν είναι ο καθρέφτης της κοινωνίας είναι ερώτημα που κατά καιρούς τίθεται, συνήθως πριν από μια μεγάλη διοργάνωση και ο καθένας, επαΐων και μη, έχει τις δικές του απαντήσεις. Το ότι το ποδόσφαιρο είναι απλό και κατανοητό, είναι το κλειδί που οδηγεί τον Κριστιάν Μπρομπερζέ να ανοίξει πόρτες που θα του προσφέρουν περισσότερο φως στην επιστήμη του. «Για όλους αυτούς τους λόγους το ποδοσφαιρικό παιχνίδι παρουσιάζεται ως μια προοπτική εξαιρετικά διαφωτιστική, για τις θεμελιώδεις αξίες και τις αντιθέσεις που συνέχουν τον κόσμο μας. Εν κατακλείδι, ένα λαϊκό παιχνίδι γεμάτο νόημα».
Το ποδόσφαιρο (ΠΙΕΡ ΠΑΟΛΟ ΠΑΖΟΛΙΝΙ)
|
MONTHLY REVIEW
Το ποδόσφαιρο |
του ΠΙΕΡ ΠΑΟΛΟ ΠΑΖΟΛΙΝΙ* |
| |
| Αρχική Δημοσίευση: [Το ποδόσφαιρο], Saggi sulla letteratura e sull'arte, τόμ. 2, Μeridiani Mondadori, Μιλάνο 1999 |
 |
| Μετάφραση: Κωνσταντίνος Φασούλης | | |
|
Υποσημειώσεις
Το ποδόσφαιρο είναι η τελευταία ιερή παράσταση των καιρών μας. Κατά βάθος πρόκειται για ιεροτελεστία, αν και είναι μια απόδραση. Ενώ άλλες ιερές παραστάσεις βρίσκονται σε παρακμή, ακόμα και η θεία λειτουργία, το ποδόσφαιρο είναι η μοναδική που μας έχει απομείνει. Είναι το θέαμα που αντικατέστησε το θέατρο.
...Το ποδόσφαιρο είναι ένα σύστημα σημείων, είναι μια γλώσσα. Διαθέτει κατεξοχήν το σύνολο των βασικών χαρακτηριστικών γνωρισμάτων αυτού που εμείς ορίζουμε αμέσως ως μέτρο σύγκρισης, τον γραπτό και προφορικό λόγο.
Στην πραγματικότητα, οι «λέξεις» της γλώσσας του ποδοσφαίρου σχηματίζονται όπως ακριβώς και οι λέξεις της γραπτής και προφορικής γλώσσας. Τώρα, πώς σχηματίζονται αυτές; Μέσω της περίφημης «διπλής άρθρωσης», εκείνων δηλαδή των άπειρων συνδυασμών των «φωνημάτων» που, στα ιταλικά, είναι τα είκοσι ένα γράμματα του αλφαβήτου.
Συνεπώς, τα φωνήματα είναι οι «ελάχιστες μονάδες» της γραπτής και προφορικής γλώσσας. Θέλουμε να διασκεδάσουμε προσπαθώντας να προσδιορίσουμε την ελάχιστη μονάδα της ποδοσφαιρικής γλώσσας; «Ένας άνδρας που κλοτσάει με τα πόδια του μια μπάλα» είναι λοιπόν μια τέτοια ελάχιστη μονάδα: ένα τέτοιο «πόδημα» (αν θέλουμε να συνεχίσουμε να διασκεδάζουμε). Οι αναρίθμητες δυνατότητες συνδυασμών των «ποδημάτων» σχηματίζουν τις «ποδοσφαιρικές λέξεις»: Το σύνολο των «ποδοσφαιρικών λέξεων» σχηματίζει ένα λόγο τον οποίο ρυθμίζουν πραγματικοί κανόνες συντακτικού.
Τα «ποδήματα» είναι περίπου είκοσι δύο (όσα σχεδόν και τα φωνήματα): Οι «ποδοσφαιρικές λέξεις» είναι δυνητικά άπειρες κι αυτό γιατί άπειρες είναι και οι δυνατότητες συνδυασμού των «ποδημάτων» (στην πράξη δηλαδή, οι πάσες της μπάλας μεταξύ των παικτών). Η σύνταξη εκφράζεται στον «αγώνα», ο οποίος είναι πραγματικά ένας λόγος δραματικός.
Οι παίκτες κωδικοποιούν αυτή τη γλώσσα, και εμείς, στις κερκίδες, την αποκωδικοποιούμε: Έχουμε όμως έναν κοινό κώδικα.
Όποιος δεν γνωρίζει τον ποδοσφαιρικό κώδικα δεν καταλαβαίνει ούτε τη «σημασία» των λέξεών του (των πασών), ούτε το νόημα του λόγου του (ενός συνόλου από πάσες).
Δεν είμαι ούτε ο Ρολάν Μπαρτ (Roland Barthes) ούτε ο Γκρέιμας (Greimas) αλλά, αν θες, ακριβώς επειδή είμαι ερασιτέχνης, μπορώ να γράψω ένα δοκίμιο περί της «γλώσσας του ποδοσφαίρου» πιο πειστικό από αυτήν εδώ τη νύξη. Νομίζω, επίσης, ότι θα μπορούσε να γραφτεί κι ένα καλό δοκίμιο που να αναφέρεται στο ποδόσφαιρο με τον τίτλο Προπ,[1] κι αυτό γιατί, όπως και κάθε γλώσσα, ομοίως το ποδόσφαιρο έχει και τις «οργανικές» στιγμές του, άκαμπτα και αφηρημένα κωδικοποιημένο, και τις «εκφραστικές» στιγμές του. Όπως είπα παραπάνω, στην πραγματικότητα αρθρώνεται όπως κάθε γλώσσα σε διάφορα ιδιώματα, το καθένα από τα οποία διαθέτει έναν κώδικα.
Τότε λοιπόν, μπορούν να γίνουν και για τη γλώσσα του ποδοσφαίρου τέτοιου είδους διακρίσεις: Το ποδόσφαιρο διαθέτει ιδιώματα, αφ' ης στιγμής από εντελώς οργανικό γίνεται εκφραστικό. Μπορεί να υπάρξει ποδόσφαιρο ως κατά βάση πεζή γλώσσα και ποδόσφαιρο ως κατά βάση ποιητική γλώσσα. |
Ο ΦΙΛΑΘΛΟΣ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ (www.psap.gr)
Ο ΦΙΛΑΘΛΟΣ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ
O αθλητισμός είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο στο οποίο οι άνθρωποι συμμετέχουν με πολλούς και διάφορους τρόπους, όπως λόγου χάρη ως αθλούμενοι, προπονητές, διαιτητές, παράγοντες, μάνατζερ, δικαστές, κριτές, δημοσιογράφοι, επιστήμονες, θεατές, φίλαθλοι κλπ. Με άλλα λόγια, κάποιοι από αυτούς μετέχουν άμεσα (π.χ. αθλούμενοι) και κάποιοι έμμεσα (π.χ. παράγοντες, φίλαθλοι). Ορισμένοι από αυτούς ασχολούνται επαγγελματικά και άλλοι ερασιτεχνικά. Μερικοί αφιερώνουν ολόκληρο το χρόνο τους και άλλοι μόνον τις ελεύθερες ώρες τους. Μερικοί πληρώνουν, άλλοι πληρώνονται, και άλλοι κερδίζουν χρήματα με πολλούς και διάφορους τρόπους. Συνεπώς, μιλάμε για ένα πολυδιάστατο φαινόμενο, με πολλές πτυχές, άρα και πολλές δυσκολίες στον τρόπο προσέγγισης και αντιμετώπισης των προβλημάτων που δημιουργούνται.
Ο φίλαθλος συμμετέχει έμμεσα στον αθλητισμό, παρακολουθώντας τους αθλητικούς αγώνες είτε άμεσα (πηγαίνοντας στο γήπεδο, στο γυμναστήριο) ή έμμεσα (π.χ. από την τηλεόραση και τις εφημερίδες). Αυτός που παρακολουθεί τους αγώνες έχει τη δυνατότητα να επηρεάσει την απόδοση των αθλουμένων με τη συμπεριφορά του, είτε θετικά, είτε αρνητικά. Θετική είναι η παρουσία των θεατών μόνον όταν αυτοί έχουν μια σοβαρή παρουσία και δημιουργούν ευχάριστη ατμόσφαιρα που αποτελεί κίνητρο για τους αθλούμενους για μεγιστοποίηση της προσπάθειας και απόδοσης τους. Αντίθετα, η παρουσία των θεατών είναι αρνητική όταν αυτοί ασκούν ψυχολογική πίεση και προβαίνουν σε κάθε πράξη που απειλή τους αθλούμενους.
Έτσι, ένα αθλητικό γεγονός πλήττεται κυριολεκτικά από αρνητικές καταστάσεις και συμπεριφορές, όχι εξαιτίας του γεγονότος αλλά εξαιτίας των ανθρώπινων προβλημάτων και αδυναμιών. Έτσι έχουμε άτομα με πλείστα όσα προσωπικά, οικογενειακά, επαγγελματικά και άλλα προβλήματα που τα μεταφέρουν στον αθλητικό χώρο για να εκτονωθούν και να διοχετεύσουν την επιθετικότητά τους. Τα άτομα αυτά αισθάνονται την ανάγκη να "ανήκουν" στην ομάδα για να αποκτήσουν κοινωνική και "συλλογική ταυτότητα". Γίνονται δηλαδή οπαδοί.
Ο οπαδός είναι αρνητική πλευρά του θεατή του αθλητικού θεάματος. Είναι φανατικός, απαιτητικός, άδικος, απόλυτος και θέλει να επιβάλει τη δική του βούληση και επιθυμία. Με κάθε τρόπο - κατά κανόνα επιθετικό και βίαιο - θέλει να επηρεάσει την έκβαση του αποτελέσματος. Ταυτίζεται με την ομάδα και τα άτομα και επιδιώκει καταστάσεις που ικανοποιούν τα ψυχολογικά και κοινωνικά του προβλήματα. Είναι άτομο με ελάχιστες ή καθόλου αναστολές και αισθήματα ενοχής για τις πράξεις του. Έχει, ως επί το πλείστον, χαμηλό επίπεδο μόρφωσης και προέρχεται κυρίως από χαμηλά κοινωνικά και οικονομικά στρώματα. Ανάμεσά τους υπάρχουν και κάποιοι που ανήκουν σε υψηλότερα κοινωνικά στρώματα. Ανάμεσά τους υπάρχουν άτομα που διακρίνονται για τις ηγετικές ικανότητες και αναλαμβάνουν διάφορους ηγετικούς ρόλους. Υπάρχουν, λόγου χάρη, οι αρχηγοί ή οι "στρατηγοί", αυτοί δηλαδή που ηγούνται και παρασύρουν τους υπόλοιπους στην απόκτηση "συλλογικής ταυτότητας". Αυτοί που επιδιώκουν τη σύγκρουση με τους αντιπάλους και όχι μόνο. Οι πράξεις βίας και οι συγκρούσεις είναι απαραίτητα στοιχεία για τη διατήρηση αυτής της "συλλογικής ταυτότητας".
Ο αθλητισμός δεν είναι τίποτε άλλο παρά δράση και συναίσθημα. Ο βαθμός συναισθηματικής φόρτισης ενός καλού φιλάθλου ποικίλει σημαντικά. Σε άλλους είναι χαμηλότερος και σε άλλους υψηλότερος. Ωστόσο, ο πραγματικός φίλαθλος διατηρεί την ψυχραιμία του και προπαντός δεν ξεφεύγει από τις αρχές και δεν κάνει πράγματα που βλάπτουν αυτό που ο ίδιος υποστηρίζει και αγαπάει. Ο πραγματικός φίλαθλος ενδιαφέρεται για το καλό θέαμα και την καλή απόδοση των αθλουμένων. Μπορεί να αλλάζει συναισθηματικά ανάλογα με την έκβαση του αθλητικού γεγονότος, αλλά δεν αλλάζει συμπεριφορά και προπαντός δεν εκτρέπεται από τους κανόνες του παιχνιδιού ώστε να δημιουργήσει προβλήματα. Από πλευράς γνώσεων, ο καλός φίλαθλος, συνήθως, γνωρίζει αρκετά στοιχεία από το άθλημα και τους πρωταγωνιστές του. Έτσι μπορεί να βοηθήσει τους αθλούμενους και την απόδοσή τους, συμπεριφερόμενος ανάλογα.
Η αθλητική συμπεριφορά είναι η συμπεριφορά που εκδηλώνεται από άτομα που πιστεύουν, σέβονται και τις αρχές και αξίες του αθλητισμού, πειθαρχούν στους νόμους και κανονισμούς του αθλήματος και αντιδρούν με ηρεμία και χιούμορ στις εναλλαγές των αποτελεσμάτων, αποδεχόμενοι την νίκη ή την ήττα με ηρεμία και αξιοπρέπεια.
Η σημερινή όμως εικόνα της εξέδρας στα ελληνικά γήπεδα, είναι απόρροια του σημερινού κοινωνικού περίγυρου, όπου παρατηρείται η μεγάλη κρίση των ΑΞΙΩΝ των ΘΕΣΜΩΝ και των ΙΔΕΩΝ, συνέπεια των οποίων είναι ο βαρύτατος κλονισμός των ακρογωνιαίων λίθων της κοινωνίας μας δηλαδή, ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ, ΣΧΟΛΕΙΟ, ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ. Και βέβαια, ευτυχώς εννοούμε την φανατισμένη ποδοσφαιρική ή μπασκετική εξέδρα, ή την γηπεδική αλητεία, που είναι μια υπερχειλίζουσα δεξαμενή μίσους και καχυποψίας, ένα εργαστήρι βανδάλων που με τις ενέργειες τους στιγματίζουν την κοινωνική διάλυση. Γι΄ αυτήν την γενιά εκτός από τα κατασταλτικά μέτρα δεν μπορούμε να μιλάμε για άλλες προτάσεις. Για την νέα γενιά όμως, η Πολιτεία, σε συνεργασία με την Αθλητική οικογένεια, είναι υποχρεωμένη να την διαπαιδαγώγηση. Εδώ χρειάζεται μια πραγματική ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ.
Η χώρα μας, για ιστορικούς και πολιτισμικούς λόγους έχει ανάγκη και πρέπει να δώσει στην ανθρωπότητα ένα καλό παράδειγμα φίλαθλης συμπεριφοράς. Τα προβλήματα λύνονται με καλούς νόμους, καλά προγράμματα και καλά σχολεία. Οι νόμοι μας είναι καλοί, αλλά δεν εφαρμόζονται. Είναι ένα θέμα πολύ σοβαρό όχι μόνον για τον αθλητισμό αλλά και σε πολλούς άλλους τομείς του κοινωνικού μας βίου. Το πρόβλημα αυτό πρέπει να αντιμετωπισθεί με οποιοδήποτε κόστος.
Η αθλητική και Ολυμπιακή παιδεία είναι υποχρέωση και πρέπει να γίνει συνείδηση και πράξη από αυτή τη στιγμή για τον κάθε φίλαθλο και τον κάθε Έλληνα. Οι συμβολισμοί του 2000 και του 21ου αιώνα πρέπει να αποτελέσουν αφετηρίες για ουσιαστικές αλλαγές στη νοοτροπία και τη συμπεριφορά όλων των παραγόντων του αθλητικού γίγνεσθαι.
ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ
Το κίνημα των ανέργων στη Γαλλία
|